φαινόμενο /faˈnomeno/ Noun
- English
- phenomenon
- فارسی
- پدیده
Example
- Η βαρύτητα είναι ένα φυσικό φαινόμενο που διέπει το σύμπαν. (Το φαινόμενο / Το γεγονός / Το θαύμα)
- Gravity is a physical phenomenon that governs the universe.
- Εδώ η χρήση είναι καθαρά επιστημονική, οπότε το 'φαινόμενο' είναι η μόνη σωστή επιλογή.