Υπέροχος /iˈperoxos/ Adjective
- English
- fantastic
- فارسی
- فوقالعاده
Example
- Έχει **ολοκληρώσει** (χτίσει / φτιάξει / τελειώσει) μια καταπληκτική δουλειά στον νέο ιστότοπο.
- He's done a fantastic job on the new website.
- Το 'καταπληκτικός' ταιριάζει πολύ σε επαγγελματικό πλαίσιο.