Φυλακίζω / Φυλακίσω /filakízo/ /filakíso/ Verb
- English
- imprison
- فارسی
- زندانی کردن
Example
- Φυλακίστηκαν [φυλακίζω / εγκλείω / περιορίζω] για κατοχή παράνομων ουσιών.
- They were imprisoned for possession of illegal substances.
- Το 'φυλακίζω' είναι το πιο άμεσο και νομικά φορτισμένο.