Φήμη /ˈfimi/ Noun

English
reputation
فارسی
آبرو

Example

  • Η εταιρεία έχει **φήμη** (καλή φήμη / κακή φήμη / αμφιλεγόμενη φήμη) για την καινοτομία.
  • The company has a reputation for innovation.
  • Στην Ελλάδα, το «καλή/κακή» προσδιορίζει άμεσα την ποιότητα της φήμης.