ΦΗΜΗ /fiˈmi/ Noun

English
rumour
فارسی
شایعه

Example

  • Υπάρχει μια επίμονη φήμη ότι το γραφείο μετακομίζει. (Υπάρχει μια επίμονη φήμη ότι το γραφείο μετακομίζει.)
  • There is a persistent rumour that the office is moving.
  • Η λέξη 'επίμονη' (persistent) ταιριάζει άψογα με το 'φήμη'.