Παλάμη / Φοινικιά /paˈlami/ Ουσιαστικό
- English
- palm
- فارسی
- نخل (درخت) / کف دست (عضو بدن)
Example
- Η παραλία ήταν γεμάτη [φοίνικας / χουρμαδιά / δέντρο] που έριχναν σκιά.
- The beach was lined with coconut palms.
- Το 'φοίνικας' είναι το πιο κοινό και άμεσο.