ανόητος /aˈnoitos/ Noun

English
fool
فارسی
احمق

Example

  • Μην είσαι τέτοιος **ηλίθιος**! (Μην γίνεσαι τέτοιος **κουτός** / **ανόητος** / **αδαής**!)
  • Don't be such a fool!
  • Η πιο άμεση και συχνή έκφραση για να αποθαρρύνεις μια κακή ενέργεια.