φορμάτ /forˈmat/ NounEnglishformatفارسیفرمتExampleΤο **μορφότυπο** (διάταξη / δομή / τρόπος) του νέου τηλεπαιχνιδιού αποδείχθηκε δημοφιλές.The format of the new quiz show has proved popular.Εδώ το 'μορφότυπο' είναι η πιο επίσημη επιλογή.