Φόρος /ˈfoɾos/ Noun

English
tax
فارسی
مالیات

Example

  • Πρέπει όλοι να πληρώνουν τον [φόρο] τους στην ώρα του.
  • Everyone must pay their taxes on time.
  • Ο 'φόρος' είναι η πιο ουδέτερη και συχνή λέξη.