φτώχεια /ftoˈxja/ Noun

English
poverty
فارسی
فقر

Example

  • Η έκθεση αναδεικνύει τα αυξανόμενα επίπεδα **φτώχειας** στην περιοχή.
  • The report highlights the rising levels of poverty in the region.
  • Η φτώχεια εδώ είναι το κεντρικό θέμα της ανάλυσης.