φτωχός /ftoˈxos/ AdjectiveEnglishpoorفارسیفقیرExampleΉταν τόσο [φτωχοί] (στερημένοι / άποροι) που δεν μπορούσαν να αγοράσουν παπούτσια για τα παιδιά.They were too poor to buy shoes for the kids.Το 'φτωχοί' εδώ είναι η πιο φυσική επιλογή.