Φυλάκιση /filáːkisi/ Noun

English
imprisonment
فارسی
حبس

Example

  • Ο κατηγορούμενος αντιμετώπισε μέγιστη ποινή **φυλάκισης** δέκα ετών.
  • The defendant faced a maximum of ten years' imprisonment.
  • Η «φυλάκιση» είναι ο πιο τυπικός και νομικά αποδεκτός όρος.