Φυσικός /fiˈsi.kos/ Adjective

English
natural
فارسی
طبیعی

Example

  • Το πάρκο φημίζεται για την [φυσική / αυθεντική / εγγενής] ομορφιά του.
  • The park is famous for its natural beauty.
  • Η 'φυσική ομορφιά' είναι η πιο κοινή έκφραση.