το gaming /ˈɡeɪmɪŋ/ Noun
- English
- gaming
- فارسی
- گیمینگ
Example
- Το gaming έχει συνδέσει παίκτες από όλο τον κόσμο. [Το gaming / Η ενασχόληση με παιχνίδια / Τα ηλεκτρονικά παιχνίδια] — Η ψηφιακή εποχή έφερε κοντά τους ανθρώπους.
- Online gaming has connected players from all over the world.
- Το «gaming» χρησιμοποιείται αυτούσιο (ως αμετάφραστο) σε καθημερινή ομιλία.