για λογαριασμό /ʝa loɣarja͡sˈmu/ Noun

English
behalf
فارسی
از طرف

Example

  • Η Μαρία παρέλαβε το βραβείο για λογαριασμό της ομάδας της. (στο όνομα / στο πρόσωπο / για λογαριασμό)
  • She accepted the prize on behalf of her team.
  • Το 'για λογαριασμό' είναι το πιο ουδέτερο και συχνό.