γάντι /ˈɣanti/ Noun

English
glove
فارسی
دستکش

Example

  • Φόρεσε μάλλινα [γάντια] για να ζεσταθεί.
  • She wore wool gloves to keep warm.
  • Το 'γάντι' είναι η πιο άμεση και συχνή επιλογή.