γρίπη /ˈɡripi/ NounEnglishfluفارسیآنفولانزاExampleΟλόκληρο το γραφείο έχει αρρωστήσει με την [γρίπη] — όλοι είναι στο σπίτι.The whole office is out with the flu.Η 'γρίπη' είναι η πιο κοινή λέξη, όχι κάποια ποιητική έκφραση.