χτυπώ /xtiˈpo/ NounEnglishhitفارسیضربهExampleΗ μπάλα έφερε ένα δυνατό χτύπημα στον τοίχο.The ball landed with a loud hit against the wall.Εδώ το 'χτύπημα' είναι κυριολεκτικό και ακουστικό.