Ηγέτης /iˈʝe.tis/ Noun

English
leader
فارسی
رهبر

Example

  • Είναι μια δυναμική [ηγέτης] που ακούει την ομάδα της.
  • She is a strong leader who listens to her team.
  • Η λέξη 'δυναμική' ταιριάζει πολύ με τον σύγχρονο ηγέτη.