Ικανότητα /ikaˈnoːtita/ Noun

English
capability
فارسی
توانمندی

Example

  • Η Τεχνητή Νοημοσύνη έχει την [ικανότητα] (δεξιότητα/επάρκεια/δύναμη) να μαθαίνει από τα σχόλια των χρηστών.
  • The AI has the capability to learn from user feedback.
  • Εδώ τονίζεται η τεχνική ικανότητα (skill set) του συστήματος.