έντονα /ˈe̞n.do̞.na/ Adverb

English
strongly
فارسی
به‌شدت

Example

  • Η επιτροπή υποστηρίζει **ισχυρά** τη νέα πρωτοβουλία. (Υποστηρίζει με σθένος / με πειθώ / με δύναμη)
  • The committee strongly supports the new initiative.
  • Το 'ισχυρά' εδώ δηλώνει την ποιότητα της υποστήριξης, όχι την ένταση της φωνής.