Ιθαγένεια /i.θaˈʝen.d͡zi.a/ NounEnglishcitizenshipفارسیشهروندیExampleΤου χορήγησαν την πλήρη Γαλλική Ιθαγένεια — του καθεστώτος του πολίτη.They were granted full French citizenship.Το «χορηγώ» (grant) είναι το κλειδί εδώ, όχι απλώς «δίνω».