Καινοτόμος /ce.noˈto.mos/ Επιθετικό

English
innovative
فارسی
نوآورانه

Example

  • Θα υπάρξει βραβείο για τον πιο [καινοτόμο] σχεδιασμό. (Πρωτοποριακός / Νεωτεριστικός / Ριζοσπαστικός) — της: Θα υπάρξει βραβείο για τον πιο καινοτόμο σχεδιασμό.
  • There will be a prize for the most innovative design.
  • Στα ελληνικά, το 'καινοτόμος' είναι η πιο άμεση και σύγχρονη επιλογή.