κατάλληλος /kaˈtalːilos/ AdjectiveEnglishsuitableفارسیمناسبExampleΕίναι ο [κατάλληλος] (αρμόδιος / προσήκων / ενδεδειγμένος) υποψήφιος για τη θέση.He is a suitable candidate for the position.Εδώ τονίζεται η επάρκεια και η ικανότητα.