Κατάθλιψη /kaˈtaθlipsi/ Noun

English
depression
فارسی
افسردگی

Example

  • Διαγνώστηκε με κλινική κατάθλιψη (βαρύ κλίμα / μελαγχολία / θλίψη) — και τώρα αναζητά θεραπεία.
  • She was diagnosed as having clinical depression.
  • Το 'κλινική' τονίζει την ιατρική διάγνωση.