κατεύθυνση /kaˈtevθinsi/ Noun

English
direction
فارسی
جهت

Example

  • Εκείνοι πήραν την [κατεύθυνση] (φορά / πορεία / ρότα) προς το χωριό.
  • They headed in the direction of the village.
  • Η 'κατεύθυνση' είναι η πιο ουδέτερη επιλογή.