Κοιλάδα /ciˈlaða/ Noun

English
valley
فارسی
دره

Example

  • Το χωριό είναι φωλιασμένο στην [κοιλάδα] — της [κοιλάδας] / [φαράγγι] / [πήχης].
  • The village is nestled in the valley.
  • Η λέξη «φωλιασμένο» δίνει ζεστασιά.