Κομμάτι / Τεμάχιο /tʃʌŋk/ Noun

English
chunk
فارسی
تکه

Example

  • Έκοψε ένα [κομμάτι] σοκολάτας. (Η φράση 'έκοψε ένα κομμάτι' είναι η πιο φυσική.)
  • He broke off a chunk of chocolate.
  • Το 'κομμάτι' είναι η πιο γενική και ασφαλής επιλογή.