κορυφαίος /ˈkɔrfɛs/ Adjective

English
top
فارسی
اوج

Example

  • Μένει στην κορυφαία θέση της πολυκατοικίας.
  • He lives on the top floor.
  • Εδώ το 'κορυφαία' (koryfaia) είναι πιο φυσικό από το 'πάνω'.