Κοσμικός /kosmiˈkos/ AdjectiveEnglishsecularفارسیسکولارExampleΤο σχολείο προσφέρει **κοσμική** (λαϊκή / εγκόσμια) εκπαίδευση.The school offers a secular curriculum.Εδώ τονίζεται η απουσία θρησκευτικής διδασκαλίας.