κλωτσιά /kik/ NounEnglishkickفارسیلگد زدنExampleΗ πρώτη κλωτσιά του αγώνα ήταν καθοριστική.The first kick of the game was decisive.Το «κλοτσίδι» εδώ είναι πιο αθλητικό και άμεσο.