Μέτρο Σύγκρισης /ˈbɛntʃmɑːrk/ Noun
- English
- benchmark
- فارسی
- معیار
Example
- Η εξέταση παρέχει ένα **κριτήριο** για τη μέτρηση της προόδου των μαθητών.
- The test provides a benchmark for measuring student progress.
- Το 'κριτήριο' εδώ είναι το καθιερωμένο μέτρο.