Κυριαρχία /kʲiɾaɾˈçi.a/ Noun

English
dominance
فارسی
سلطه

Example

  • Η [Κυριαρχία] της ομάδας στο πρωτάθλημα ήταν ξεκάθαρη.
  • The team's dominance in the league was clear.
  • Εδώ η «Κυριαρχία» (Κυριαρχία / Επικράτηση / Ηγεμονία) είναι η πιο φυσική επιλογή.