ΚΥΡΩΣΗ / ΕΠΙΚΥΡΩΣΗ /kiˈrosi/ Noun

English
sanction
فارسی
تحریم

Example

  • Οι εμπορικές **κυρώσεις** (απαγόρευση / περιορισμός / εμπάργκο) επιβλήθηκαν σε κάθε χώρα που αρνήθηκε να υπογράψει τη συμφωνία.
  • Trade sanctions were imposed against any country that refused to sign the agreement.
  • Εδώ εννοούμε τα οικονομικά μέτρα, όχι την έγκριση.