λάστιχο /ˈlastixo/ Noun
- English
- tyre
- فارسی
- لاستیک
Example
- Το μπροστινό λάστιχο τρυπήθηκε από ένα αιχμηρό καρφί. [Λάστιχο / Τροχός / Ελαστικό] — του: Το μπροστινό λάστιχο τρυπήθηκε από ένα αιχμηρό καρφί.
- The front tyre was punctured by a sharp nail.
- Το 'λάστιχο' είναι το πιο κοινό στον καθημερινό λόγο.