Λεκτικός /lekˈti.kos/ Adjective

English
verbal
فارسی
کلامی

Example

  • Ο υποψήφιος πρέπει να έχει καλές **λεκτικές** ικανότητες.
  • The job applicant must have good verbal skills.
  • Εδώ τονίζεται η ικανότητα χρήσης της γλώσσας.