Λέων /ˈle.on/ Noun

English
lion
فارسی
شیر

Example

  • Ο λέων τίναξε το τρίχωμά του και βρυχήθηκε δυνατά.
  • The lion shook its mane and roared.
  • Το 'λέων' εδώ είναι πιο επίσημο από το 'λιοντάρι'.