Υπόλογος / Εκτεθειμένος /ˈlaɪəbl/ AdjectiveEnglishliableفارسیمسئولExampleΘα είσαι **υπόχρεος** (υπόχρεος / υπεύθυνος / καταλογιστέος) για οποιαδήποτε ζημιά προκληθεί.You will be liable for any damage caused.Εδώ τονίζεται η νομική συνέπεια.