Φως /fos/ Adjective

English
light
فارسی
نور

Example

  • Έχει μάτια σε **ανοιχτό** γαλάζιο χρώμα.
  • He has light blue eyes.
  • Εδώ το 'light' μεταφράζεται ως 'ανοιχτόχρωμος' (χρώμα).