λήψη απόφασης /liptsi ɐfˈðasɪs/ Noun

English
decision-making
فارسی
تصمیم‌گیری

Example

  • Η ευθύνη της [λήψη αποφάσεων] βαραίνει το Διοικητικό Συμβούλιο.
  • Responsibility for decision-making lies with the board.
  • Εδώ το 'λήψη αποφάσεων' είναι ο πιο τυπικός και άμεσος όρος.