Ληστεία /liˈstia/ Noun
- English
- robbery
- فارسی
- دزدی
Example
- Η αστυνομία ερευνά μια σειρά από ένοπλες ληστείες στο κέντρο της πόλης. [Ληστεία / Ένοπλη αφαίρεση / Βίαιη αρπαγή]
- The police are investigating a series of armed robberies in the downtown area.
- Το «ένοπλη ληστεία» είναι ο πιο συχνός όρος στα νέα.