ΛΟΓΙΚΟΣ /loʝiˈkos/ AdjectiveEnglishrationalفارسیمنطقیExampleΠαρέθεσε μια **λογική** εξήγηση για την απουσία της. (Λογική / Συνετή / Ορθή)She provided a rational explanation for her absence.Εδώ το 'λογική' είναι η πιο φυσική επιλογή.