Διάλογος /ðiˈalɔɣos/ NounEnglishdiscourseفارسیگفتمانExampleΟ [Λόγος] περί των έμφυλων ρόλων έχει εξελιχθεί σημαντικά.The discourse on gender roles has evolved significantly.Εδώ ο 'Λόγος' καλύπτει το σύνολο των συζητήσεων και κειμένων.