παλεύω /paˈlevo/ Noun

English
combat
فارسی
مبارزه

Example

  • Τραυματίστηκε στη [μάχη] (μάχη / σύγκρουση / αντιπαράθεση) του.
  • He was wounded in combat.
  • Η «μάχη» είναι η πιο ζεστή και άμεση λέξη για το πεδίο της μάχης.