απόμακρος /aˈpomakros/ Adjective
- English
- distant
- فارسی
- دور
Example
- Ο [απέραντος] (ήχος / ψίθυρος / απόηχος) της μουσικής διαχεόταν από το παράθυρο.
- The distant sound of music drifted through the window.
- Το 'μακρινός' εδώ τονίζει την αίσθηση του χώρου και του χρόνου.