μαλλί /maˈli/ Noun

English
wool
فارسی
پشم

Example

  • Τα πρόβατα τα κρατούσαν για το [μαλλί] (έριο / φλοκάτι / ινώδης ύλη) και το κρέας τους.
  • Sheep were kept for their wool and meat.
  • Το «μαλλί» είναι η πιο κοινή λέξη, το «έριο» είναι πιο ποιητικό/τεχνικό.