μαθηματικός /maθimatiˈkos/ Adjective
- English
- mathematical
- فارسی
- ریاضیوار
Example
- Η ομάδα χρησιμοποίησε **μαθηματικά** μοντέλα για να προβλέψει την αγορά.
- The team used mathematical models to forecast the market.
- Εδώ το 'μαθηματικά' λειτουργεί ως επιρρηματικός προσδιορισμός, αλλά η ρίζα είναι το επίθετο.