Μέσος /ˈmesos/ Adjective

English
average
فارسی
معمولی

Example

  • Ο μέσος μαθητής ξοδεύει δύο ώρες για τη μελέτη του. (Ο συνηθισμένος / Ο μεσαίος)
  • The average student spends two hours on homework.
  • Εδώ το 'μέσος' είναι ο πιο φυσικός όρος για στατιστική αναφορά.