μετανιώνω /metanijˈo/ Noun

English
regret
فارسی
حسرت

Example

  • Κοίταξε πίσω στη νιότη του με ένα αίσθημα [μεταμέλεια] (λύπη / στενοχώρια / πίκρα) για τις χαμένες ευκαιρίες.
  • He looked back on his youth with a sense of regret.
  • Η «μεταμέλεια» εδώ τονίζει την κριτική στάση απέναντι στις πράξεις.