Μεταρρύθμιση /me.ta.riˈθmi.si/ Noun

English
reform
فارسی
اصلاح

Example

  • Η νέα νομοθεσία είναι μια μεγάλη [μεταρρύθμιση] του συστήματος υγείας.
  • The new law is a major reform of the healthcare system.
  • Εδώ τονίζεται η επίσημη, νομική αλλαγή.